Βιώσιμη Χρηματοδότηση και ESG / Sustainable Finance

Η βιώσιμη χρηματοδότηση («sustainable finance») αναφέρεται στη διαδικασία της ενσωμάτωσης παραγόντων που σχετίζονται με το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση (ESG), κατά τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Στόχος της είναι να κατευθυνθούν κεφάλαια σε βιώσιμες οικονομικές δραστηριότητες στηρίζοντας τη μετάβαση σε μια οικονομία κλιματικά ουδέτερη, ανθεκτική, αποδοτική στη χρήση πόρων και κοινωνικά πιο συμπεριληπτική. Ειδικά ως προς τον κοινωνικό χαρακτήρα της βιωσιμότητας, επισημαίνεται ότι οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες καλούνται να διαδραματίσουν κομβικό ρόλο στη χρηματοδότηση μιας δίκαιης, για όλους, μετάβασης, διασφαλίζοντας ότι οι κοινωνικές επιπτώσεις (απασχόληση, ανισότητα, πρόσβαση σε πόρους) της μετάβασης αυτής  αντιμετωπίζονται με τρόπο που ενισχύει τη συνοχή και μειώνει τους κινδύνους αποκλεισμού (no one left behind).

Σε διεθνές επίπεδο, έχουν ληφθεί σημαντικές πρωτοβουλίες και δράσεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη στο πλαίσιο της χρηματοδότησης, με κύρια την πρωτοβουλία του Network for Greening the Financial Sector (NGFS), στο οποίο συμμετέχει και η ΤτΕ.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η βιώσιμη χρηματοδότηση λειτουργεί ως εργαλείο για την υλοποίηση των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, του ευρύτερου στόχου της ΕΕ για τη δημιουργίας μιας κλιματικά ουδέτερης οικονομίας έως το 2050, αλλά και των διεθνών δεσμεύσεων που συνδέονται με τη Συμφωνία των Παρισίων και την Ατζέντα 2030. Με το Σχέδιο Δράσης της 8ης Μαρτίου 2018 η ΕΕ οικοδόμησε σταδιακά ένα συνεκτικό κανονιστικό πλαίσιο για τη βιώσιμη χρηματοδότηση. Ο πυρήνας του πλαισίου αυτού στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες:

  • Πρώτον, δημιουργήθηκε ένα κοινό σύστημα ταξινόμησης των περιβαλλοντικά βιώσιμων οικονομικών δραστηριοτήτων, η λεγόμενη «Ταξινομία» της ΕΕ, ώστε να υπάρχει κοινή γλώσσα για το τι θεωρείται πράγματι βιώσιμο και να περιορίζεται ο κίνδυνος παραπλανητικών ισχυρισμών.
  • Δεύτερον, θεσπίστηκε ένα εκτεταμένο πλαίσιο γνωστοποιήσεων, τόσο για επιχειρήσεις όσο και για χρηματοπιστωτικούς φορείς, με σκοπό η αγορά να έχει συγκρίσιμη και αξιόπιστη πληροφόρηση για κινδύνους, επιπτώσεις και στρατηγικές που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα.
  • Τρίτον, αναπτύχθηκαν εργαλεία αγοράς, όπως δείκτες αναφοράς, πρότυπα και ετικέτες, που διευκολύνουν τη διοχέτευση κεφαλαίων προς επενδύσεις και προϊόντα με σαφέστερο προφίλ βιωσιμότητας.

Ο πρώτος άξονας είναι η Ταξινομία της ΕΕ, με κεντρικό νομοθέτημα τον Κανονισμό (ΕΕ) 2020/852. Η Ταξινομία δεν χαρακτηρίζει συνολικά μια εταιρεία ή οντότητα ως «πράσινη» ή «μη πράσινη». Αντίθετα, εξετάζει αν μια συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα πληροί ορισμένα κριτήρια ώστε να θεωρηθεί περιβαλλοντικά βιώσιμη. Το πλαίσιο αυτό στηρίζεται σε έξι περιβαλλοντικούς στόχους: τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, την προστασία των υδάτων και θαλάσσιων πόρων, τη μετάβαση σε κυκλική οικονομία, την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης, και την προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων. Έτσι, η Ταξινομία λειτουργεί ως σημείο αναφοράς τόσο για επιχειρήσεις όσο και για επενδυτές, τράπεζες και εποπτικές αρχές.

Ο δεύτερος άξονας αφορά τις γνωστοποιήσεις. Για τις επιχειρήσεις, η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2464 (CSRD) και τα ευρωπαϊκά πρότυπα υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας (ESRS) επιδιώκουν πιο συστηματική, συγκρίσιμη και ελέγξιμη δημοσιοποίηση πληροφοριών βιωσιμότητας. Η λογική είναι ότι η αγορά δεν μπορεί να αποτιμήσει σωστά κινδύνους και ευκαιρίες αν οι σχετικές πληροφορίες είναι αποσπασματικές ή μη συγκρίσιμες. Για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2088 (SFDR) επιβάλλει κανόνες διαφάνειας ως προς το πώς ενσωματώνονται οι κίνδυνοι βιωσιμότητας και ποια χαρακτηριστικά ή στόχοι βιωσιμότητας προβάλλονται στα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Με απλά λόγια, ο άξονας αυτός στοχεύει στο να γνωρίζει ο επενδυτής τι χρηματοδοτεί, αλλά και με ποια μεθοδολογία παρουσιάζεται αυτό ως «βιώσιμο».

Ο τρίτος άξονας περιλαμβάνει τα εργαλεία και τα πρότυπα της αγοράς. Σε αυτά εντάσσονται, μεταξύ άλλων, οι κλιματικοί δείκτες αναφοράς και οι γνωστοποιήσεις για τα benchmarks, το ευρωπαϊκό πρότυπο πράσινου ομολόγου (EU Green Bond Standard), καθώς και το νεότερο κανονιστικό πλαίσιο για τη διαφάνεια και ακεραιότητα των ESG ratings. Ο ρόλος τους είναι πρακτικός: να διευκολύνουν την αγορά να αναγνωρίζει, να συγκρίνει και να εμπιστεύεται προϊόντα, εκδόσεις και αξιολογήσεις που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα.

Τα τελευταία δύο χρόνια, πάντως, η ευρωπαϊκή συζήτηση έχει μετακινηθεί εν μέρει από τη φάση της εντατικής κανονιστικής παραγωγής προς μια φάση αναθεώρησης, απλούστευσης και αποτελεσματικότερης κινητοποίησης ιδιωτικών κεφαλαίων. Η Στρατηγική Ατζέντα 2024-2029 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θέτει στο επίκεντρο μια «ευημερούσα και ανταγωνιστική Ευρώπη» και συνδέει ρητά την ανταγωνιστικότητα με την επιτυχή πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Στο ίδιο ευρύτερο πλαίσιο εντάσσονται και οι εκθέσεις Letta και Draghi, οι οποίες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς και στη διοχέτευση περισσότερων ιδιωτικών κεφαλαίων προς επενδύσεις στρατηγικής σημασίας, ιδίως στην καινοτομία, τις υποδομές και τις καθαρές τεχνολογίες. Για την εφαρμογή των ανωτέρω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το 2025 το Competitiveness Compass και, λίγο αργότερα, το πακέτο Omnibus I, μέρος του οποίου έχει ήδη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ενδεικτικά Οδηγία (ΕΕ) 2026/470), εισάγοντας στοχευμένες τροποποιήσεις στο πλαίσιο των γνωστοποιήσεων βιωσιμότητας και της δέουσας επιμέλειας με σκοπό τη μείωση του διοικητικού βάρους, την απλούστευση των υποχρεώσεων συμμόρφωσης και την ενίσχυση της επενδυτικής ικανότητας και ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τη βιώσιμη χρηματοδότηση συμπληρώνεται από την εθνική νομοθεσία και την πρακτική των αρμόδιων εποπτικών αρχών. Ενδεικτικά, στην ελληνική έννομη τάξη, ο ν. 5164/2024 αποτελεί το βασικό νομοθέτημα για την ενσωμάτωση της CSRD και την προσαρμογή του εταιρικού δικαίου και δικαίου κεφαλαιαγοράς στις νέες απαιτήσεις εταιρικής πληροφόρησης για τη βιωσιμότητα (CSRD). Παράλληλα, o Εθνικός Κλιματικός Νόμος (ν. 4936/2022), θεσπίζει το βασικό εθνικό πλαίσιο για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας με ενδιάμεσους στόχους μείωσης των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και με επιμέρους υποχρεώσεις για συγκεκριμένους τομείς και επιχειρήσεις. Τέλος, το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), αποτυπώνει τον επιχειρησιακό και πολιτικό οδικό χάρτη της χώρας ως προς την ενέργεια, τις εκπομπές, τις ΑΠΕ, την εξοικονόμηση ενέργειας και τη συνολική πορεία της πράσινης μετάβασης.

Για την πλήρη και συστηματική επισκόπηση του νομοθετικού πλαισίου για την βιώσιμη χρηματοδότηση/sustainable finance επισκεφθείτε την Βάση Δεδομένων Ρυθμιστικών Εξελίξεων της ΕΕΤ.

Τελευταίες Εξελίξεις